Στον προσφυγικό συνοικισμό... έναν αιώνα μετά

*Η Μαρκέλλα Ασιατίδου του Λαππείου 1ου Γυμνασίου Νάουσας εκπόνησε αυτήν την ερευνητική εργασία στο πλαίσιο του   Πανελλήνιου Μαθητικού Διαγωνισμού

Ποντιακός Ελληνισμός: μνήμες και όνειρα, παρελθόν, παρόν και μέλλον 

κατά το σχολικό έτος 2020-2021.

Η Νάουσα από την απελευθέρωση ως την πρώτη δεκαετία της εγκατάστασης των προσφύγων

Μετά την απελευθέρωση της πόλης από την  Οθωμανική Αυτοκρατορία  τον 17 Οκτωβρίου του 1912, η πρώτη σημαντική πληθυσμιακή μεταβολή προήλθε από το μεγάλο προσφυγικό κύμα της δεκαετίας του ’20. Η απογραφή των προσφύγων που έγινε το 1923 κατέγραψε 2.000 πρόσφυγες στην περιοχή της επαρχίας Νάουσας.
Πιο συγκεκριμένα στα τέλη του 1926 ο συνολικός αριθμός των προσφύγων της Νάουσας ανερχόταν στα 789 άτομα, που ουσιαστικά ήταν τα άτομα 236 οικογενειών. Από τις οικογένειες αυτές 23 προέρχονταν από τη Θράκη (89 άτομα), 103 από τη Μικρά Ασία (317 άτομα) και 100 από τον Καύκασο (383 άτομα). Το 1928, σύμφωνα με την επίσημη ελληνική απογραφή του πληθυσμού, ο αριθμός των προσφύγων της Νάουσας ανερχόταν στα 1.863 άτομα σε ένα σύνολο 10.250 κατοίκων, από τους οποίους οι 561 προέρχονταν από τον Καύκασο. Σημειώνεται ότι οι 537 από αυτούς είχαν έρθει στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Όμως ο κύριος όγκος των Ποντίων της Νάουσας προέρχονταν από την Αργυρούπολη και κατά δεύτερο λόγο από την Τραπεζούντα. Περίπου 80 οικογένειες ήταν από την Αργυρούπολη. Αξίζει να αναφερθεί ότι τη σχολική περίοδο 1921 – 1922 εμφανίζεται να φοιτά στο 1ο Δημοτικό Σχολείο της πόλης ένας πρόσφυγας μαθητής από την Κωνσταντινούπολη, ενώ στο Γυμνάσιο της Νάουσας φοιτά ένας μαθητής από την Στράντζα. Στα επόμενα χρόνια οι πρόσφυγες μαθητές θα αποτελούν σημαντικό ποσοστό του μαθητικού πληθυσμού της πόλης.
 Η εγκατάσταση αυτή, οδήγησε σταδιακά σε πληθυσμιακή αύξηση που ήταν σταθερά ανοδική, χωρίς μεγάλες διακυμάνσεις και χωρίς να δημιουργεί πίεση στον δομημένο χώρο της πόλης. Αυτό λοιπόν, σε συνδυασμό με την οικονομική δυναμική που είχε ήδη η πόλη, την βοήθησε να διατηρήσει την σημαντική οικονομική δύναμη για την εποχή εκείνη, καθιστώντας την έναν αυτόνομο αναπτυξιακό πόλο στην Βόρεια Ελλάδα. Στη Νάουσα διατηρήθηκε η ισχυρή αστική τάξη, η οποία διοικούσε τα εργοστάσια, κατείχε βιοτεχνίες και εμπορικά καταστήματα. Σε αυτά δούλευε πλήθος εργατικού δυναμικού που μαζί με τους απασχολούμενους στον πρωτογενή τομέα αποτελούσαν την λαϊκή τάξη της πόλης. Πλέον πολλοί από αυτούς είχαν προσφυγική καταγωγή. Ο πληθυσμός των προσφύγων που εγκαταστάθηκε τελικά στην πόλη, με την εργατικότητα, την φιλοπρόοδο διάθεση και την επιθυμία για ενσωμάτωση στην νέα πατρίδα συνέβαλε στην αύξηση του οικονομικού επιπέδου και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής όχι μόνο των ίδιων αλλά και γενικά των πολιτών της Νάουσας. 
 
Δημιουργία αστικού προσφυγικού συνοικισμού Νάουσας

Η διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την Ελλάδα του 20ού αιώνα, η οποία έπρεπε να επιλύσει άμεσα τα προβλήματα που αφορούσαν την εγκατάσταση και στέγαση των προσφύγων, την εξεύρεση εργασίας και την ενσωμάτωσή τους στην κοινωνική ζωή της νέας πατρίδας. Η αποκατάσταση των προσφύγων επιτελούνταν είτε με την παραχώρηση αγροτικής γης προς καλλιέργεια είτε με την δημιουργία προσφυγικών συνοικισμών και παραχώρηση κατοικιών. Η αγροτική εγκατάσταση προχώρησε σχετικά γρήγορα λόγω της διαθέσιμης αγροτικής γης. Αντίθετα, η αστική εγκατάσταση συνάντησε πολλές δυσκολίες, επειδή υπήρχε η διττή ανάγκη για εύρεση εργασίας παράλληλα με την ανέγερση οικιών. Σε όλα όμως τα προβλήματα και τις δυσχέρειες που έτσι κι αλλιώς προέκυπταν, συχνά έρχονταν να προτεθούν και η επιφυλακτικότητα, οι αντιδράσεις, ακόμα και η απροκάλυπτη πολλές φορές εχθρότητα των γηγενών πληθυσμών.
Αυτό συνέβη και στην Νάουσα, όπου οι αντιπαραθέσεις μεταξύ προσφύγων και γηγενών, τους οποίους κατηύθυναν οι εργοστασιάρχες της πόλης (κυρίως η εταιρεία Λαναρά και Κύρτση, καθυστερούσαν σημαντικά την ανέγερση του προσφυγικού συνοικισμού. Οι βιομήχανοι ακολουθώντας συνειδητά μία τακτική η οποία είχε στόχο την προάσπιση των δικών τους οικονομικών συμφερόντων, αδιαφορούσαν για τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων, οι οποίοι ζούσαν σε τρώγλες και ετοιμόρροπα σπίτια. Για χρόνια πρόβαλλαν σθεναρή αντίσταση στο σχέδιο ανέγερσης του αστικού συνοικισμού των προσφύγων στη Νάουσα, εμποδίζοντας με κάθε τρόπο τη  διαδικασία απαλλοτρίωσης και παραχώρησης της απαραίτητης γης. Μάλιστα, δεν δίσταζαν να εκβιάζουν τους πρόσφυγες ότι, σε περίπτωση που συνέχιζαν να διεκδικούν γη για ανέγερση κατοικιών, θα τους απέλυαν από τα εργοστάσιά τους με αποτέλεσμα να έχουν να αντιμετωπίσουν επιπλέον και την ανεργία, που θα τους οδηγούσε στη φτώχια και την πλήρη εξαθλίωση. Το δυσάρεστο όμως ήταν ότι τμήμα του γηγενούς πληθυσμού της Νάουσας  αντιτάχθηκε επίσης στην εγκατάσταση των προσφύγων στην πόλη και στην δημιουργία συνοικισμού. Η διαμάχη πήρε και πολιτικές διαστάσεις, καθώς οι πρόσφυγες συνασπίζονταν γύρω από τους Φιλελευθέρους και οι γηγενείς υποστήριζαν το Λαϊκό Κόμμα. Οι θέσεις της μίας ή της άλλης πλευράς εκφράζονταν με πάθος στις τοπικές εφημερίδες επί εβδομάδες.  Οι εντάσεις πολλές φορές έφταναν κλιμακώνονταν επικίνδυνα, ώστε απειλούνταν ακόμα και συμπλοκές λόγω των εντονότατων διαμαρτυριών και της αδιαλλαξίας κι από τις δύο μεριές. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο στρατός και η αστυνομία διατάσσονταν να μεταβούν στην Νάουσα προς αποφυγή επεισοδίων.
Όταν στο τέλος της δεκαετίας του 1920 επιλύθηκαν τελικά τα προβλήματα, ξεκίνησε σταδιακά η ανέγερση του συνοικισμού μέσω εργολάβων στους οποίους ανατέθηκε η κατασκευή των προσφυγικών κατοικιών. Τότε άρχισαν να πληθαίνουν καταγγελίες για πλημμελή τήρηση των συμβολαίων εκ μέρους των εργολάβων αλλά και του οικοδομικού κανονισμού. Το αποκορύφωμα ήταν η εκ θεμελίων κατάρρευση ενός προσφυγικού οικίσκου, λίγο πριν την στέγαση μίας οικογένειας, με συνέπεια των σοβαρό τραυματισμό εργατών που εκτελούσαν οικοδομικές εργασίες σε αυτόν. Τελικά, η ανέγερση του συνοικισμού ολοκληρώθηκε στις 25 Ιουνίου 1932, οπότε και άρχισαν να παραδίδονται οι προσφυγικές οικίες στους ιδιοκτήτες τους.
Ο συνοικισμός κτίστηκε στα δυτικά υψώματα της πόλης, κοντά στα τότε νέα εργοστάσια Λαναρά, ανάμεσα στα ήδη υφιστάμενα διάσπαρτα σπίτια παλιών κατοίκων, συμπληρώνοντας τα κενά του αστικού χώρου. Όπως και σε άλλες περιπτώσεις προσφυγικών συνοικισμών και στην Νάουσα λήφθηκε μέριμνα για την εφαρμογή των στοιχειωδών πολεοδομικών διατάξεων, όπου ήταν δυνατόν. Έτσι έχουμε κατά κανόνα παραλλαγές απλών ορθογωνικών σχεδίων οικοπεδοποίησης και την χρήση δύο-τριών τύπων κατοικιών, χωρίς ιδιαίτερη πρόβλεψη για κοινόχρηστους χώρους. Τα ίδια τα σπίτια ήταν κυρίως ισόγεια ή διώροφα περίπου 70 τ.μ.. Στον όροφο το δωμάτιο ήταν μόνο ένα κι αυτό μικρό. Το δάπεδο του ισογείου αρχικά ήταν από πατημένο χώμα και οι τοίχοι ήταν από πέτρα ή πλιθιά, ωμά ή ψημένα. Γενικά η κατασκευές δεν ήταν ιδιαίτερα επιμελείς. Κάθε οικία διέθετε έναν μικρό μπαξέ και κάποιον υπόγειο βοηθητικό χώρο. Συνολικά παραδόθηκαν περί τις 200 οικίες, ενώ άλλες 26 κατασκευάστηκαν ακόμη ψηλότερα προς τα δυτικά, στον λεγόμενο «Άνω Συνοικισμό».
Για τις θρησκευτικές τους ανάγκες οι πρόσφυγες εξυπηρετούνταν από έναν μικρό ναό στην περιοχή αφιερωμένο στον Άγιο Δημήτριο. Στην δεκαετία του 1930 κτίστηκε και λειτούργησε το Ε΄ Δημοτικό Σχολείο στην περιοχή του Συνοικισμού με μαθητές κυρίως προσφυγικής καταγωγής.

Δείτε εδώ τον ψηφιακό χάρτη του συνοικισμού.
 
Αυτήν την εργασία την έκανα γιατί ήθελα να δείξω τις συνθήκες που έζησαν οι Πόντιοι όταν ήρθαν στην Ελλάδα. Η  βιβλιογραφία που χρησιμοποίησα είναι η εξής:
  1. Α. Χαρίση, «Η δημιουργία του αστικού προσφυγικού συνοικισμού της Νάουσας», στο: Ε. Ξυνάδας (επιμ.), Μιλάμε για την Νάουσα του 20ου αιώνα. Πρακτικά Α΄ Επιστημονικής Ημερίδας Τοπικής Ιστορίας, Βέροια 2017, σελ. 255-286.
  2. Κ. Φωτιάδης και Ι. Μιχαηλίδης, «Στους δρόμους της προσφυγιάς», στο: Νάουσα 19ος-20ός αιώνας, Νάουσα 1999, σελ. 191-200.
  3. Α. Οικονόμου, «Οικιστικά και αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά της Νάουσας, στο:  Νάουσα 19ος-20ός αιώνας, Νάουσα 1999, σελ. 367-391
Οι φωτογραφίες που χρησιμοποιήθηκαν στην δημιουργία του ψηφιακού χάρτη είναι δικές μου και τραβήχτηκαν κατά την επιτόπια έρευνα που πραγματοποίησα στις γειτονιές του Συνοικισμού τον Δεκέβριο. Χρησιμοποίησα επίσης φωτογραφικό υλικό από τα από τα αρχεία της οικογένειας Ασιατίδη, καθώς και πληροφορίες από σημερινούς ηλικιωμένους πρόσφυγες, ιδιοκτήτες των σπιτιών και γειτόνους,  τους οποίους πήρα συνέντευξη. Στο ηχητικό αρχείο ακούγεται η γιαγιά μου Μαρία Παπαδοπούλου-Ασιατίδου, ετών 87.

Μαρκέλλα Ασιατίδου

Εννιακόσια εβδομήντα τρία

H Ρητορική εκ των ενδοξοτέρων τεχνογράφων αρχαίων και νεωτέρων ερανισθείσα και συνταχθείσα υπό Ν. Βάμβα  της Εθνικής Βιβλιοθήκης Αργυρουπόλεως στην Εύξεινο Λέσχη Ποντίων Νάουσας

Η ανάκτηση ενός χαμένου βιβλίου των Αργυρουπολιτών προσφύγων και η προσθήκη του σε όσα σώθηκαν τελικά και φυλάσσονται στην Εύξεινο Λέσχη Ποντίων Νάουσας αποτέλεσαν αφορμή για την εκπόνηση της ερευνητικής αυτής εργασίας από τους μαθητές του Λαππείου 1ου Γυμνασίου Νάουσας Αναστάσιο Μπίλη και Χρήστο Παπαφιλίππου στο πλαίσιο του Πανελλήνιου Μαθητικού Διαγωνισμού Ποντιακός Ελληνισμός: μνήμες και όνειρα, παρελθόν, παρόν και μέλλον κατά το σχολικό έτος 2020-2021.

Η έκδοση και το περιεχόμενο του βιβλίου

Το βιβλίο Ρητορική εκ των ενδοξοτέρων τεχνογράφων αρχαίων και νεωτέρων έχει εκδοθεί στην Αθήνα (τυπογραφείο Αγγελίδη) το 1841. Πρόκειται για την δεύτερη, πολύ πιο πλούσια και ενημερωμένη έκδοση, η πρώτη έγινε το 1813 στο Παρίσι. Ο συγγραφέας του βιβλίου είναι ο Νεόφυτος Βάμβας. Ο σκοπός του βιβλίου είναι εκπαιδευτικός, αφού στόχος του είναι να γνωρίσουν οι αναγνώστες την επιστήμη της ρητορικής. Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος πραγματεύεται θέματα που αφορούν τον Λόγο, ενώ το δεύτερο μέρος αναφέρεται στις ρητορικές στάσεις σύμφωνα με τον Ερμογένη. Μάλιστα, περιέχει πληροφορίες για διάφορους ορισμούς της ρητορικής αρχαίων συγγραφέων. Επιπλέον, στην αρχή του βιβλίου εκδηλώνεται φανερά η αγάπη και η  υπερηφάνεια του συγγραφέα για την πατρίδα του και τους προγόνους του. Αναφέρει ο Νεόφυτος Βάμβας πως όλες οι τέχνες δημιουργήθηκαν και τελειοποιήθηκαν στην αρχαία Ελλάδα. Για αυτό τον λόγο χρησιμοποιεί πολλά παραδείγματα και αναλύσεις από τον Όμηρο, τον Αριστοτέλη, τον Ισοκράτη, τον Πλάτωνα κ.ά.

Τα πρόσωπα του βιβλίου

Ο συγγραφέας του βιβλίου: Νεόφυτος Βάμβας

Ο Νεόφυτος Βάμβας, γεννήθηκε στην Χίο το 1776. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λόγιους εκείνης της εποχής και ένας από τους «Δάσκαλους του Γένους». Επίσης ήταν ένας από τους κύριους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού.

Άρχισε τις σπουδές του στη γενέτειρά του, τη Χίο. Το 1791 χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος και αφού σπούδασε στη Σίφνο, ταξίδεψε για επιπλέον σπουδές σε διάφορα μέρη. Το 1796 εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη και αργότερα έγινε δάσκαλος των οικογενειών του Γεώργιου Μαυροκορδάτου και του Κωνσταντίνου Χατζερή, διερμηνέα του Οθωμανικού Στόλου, και Φαναριωτών. Το 1808 πήγε στο Παρίσι και σπούδασε φυσικές επιστήμες και φιλοσοφία. Εκεί γνώρισε τον Αδαμάντιο Κοραή, συμπατριώτη του από την Χίο, με τον οποίο ανάπτυξε σχέση στενή. Ο Κοραής φρόντισε και καθοδήγησε τις σπουδές του νεαρού Βάμβα, του εξασφάλισε τα μέσα του βιοπορισμού του, του παραστάθηκε στις πρώτες συγγραφικές του επιδόσεις. Το πρωτόλειο του Βάμβα, η Ρητορική, γράφηκε υπό την στενή εποπτεία του Κοραή.

 Ο κάτοχος του βιβλίου: Γερβάσιος Σουμελίτης

Ο Γερβάσιος Σουμελίτης ήταν ένας από τους κατόχους του βιβλίου, όπως  αποδεικνύει το αφιερωματικό και κτητορικό σημείωμα:

«Τηι βιβλιοθήκηι του Αγίου Χαλδίας κ. Γερβασίου»

Πρόκειται για τον Μητροπολίτη Χαλδίας - Χαιριανών του Πόντου. Ότι το βιβλίο τοποθετήθηκε στα ράφια της βιβλιοθήκης της Μητροπόλεως αυτής επιβεβαιώνεται και από την ωοειδή σφραγίδα με την ένδειξη «Ιερά Μητρόπολη Χαλδείας, 1886» που βρίσκεται στο πρώτο φύλλο του βιβλίου.

Ο Γερβάσιος γεννήθηκε το 1820 στην κωμόπολη Βαρενού, κοντά στην Κρώμνη, στην υποδιοίκηση της Αργυρούπολης. Το βαφτιστικό του όνομα ήταν Απόστολος.  Το 1835 εκάρη μοναχός στο μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά κι έλαβε το όνομα Γερβάσιος. Το 1851 πήγε στην Κωνσταντινούπολη και σπούδασε στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Μετά την αποφοίτησή του το 1858 έγινε ιεροκήρυκας και το 1864, εξελέγη Μητροπολίτης Χαλδίας. Συνεργάστηκε με τον Γεώργιο Παπαδόπουλο- Κυριακίδη, με τον οποίο το 1875 θεμελίωσαν την οικοδομή του Φροντιστηρίου της Αργυρούπολης, το οποίο ολοκληρώθηκε το 1879. Το 1886 ανοικοδόμησε με δικές του δαπάνες το κτήριο της Μητρόπολης, το οποίο ολοκληρώθηκε το 1888. Το 1902 αφιέρωσε στο Φροντιστήριο Αργυρουπόλεως την προσωπική βιβλιοθήκη του τριακοσίων τόμων. Μεταξύ αυτών και την Ρητορική του Βάμβα, πράγμα που επιβεβαιώνεται από την ωοειδή σφραγίδα με την επιγραφή «Φροντιστήριον Αργυρουπολιτών 1879». Ο Γερβάσιος πέθανε το 1906 και ετάφη στην Αργυρούπολη.

Ο πρώτος κάτοχος του βιβλίου: Αλέξανδρος Λάσκαρις

Ο Αλέξανδρος Λάσκαρις, ήταν ο πρώτος κάτοχος του βιβλίου. Σε ένα από τα πρώτα παράφυλλα αναγράφεται το χειρόγραφο, κτητορικό (σύμφωνα με μέλη της Παλαιογραφικής Εταιρείας, με τα οποία έγινε προφορική επικοινωνία) σημείωμα:  «Και ήδε Αλεξάνδρου Λασκάρεως». Πώς πέρασε το βιβλίο από την βιβλιοθήκη του Λάσκαρη σε αυτήν του Γερβασίου δεν γνωρίζουμε. Γνωρίζουμε όμως ότι ο Λάσκαρις και ο Γερβάσιος έτυχε να συμφοιτήσουν κατά την δεκαετία του 1850 στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης.

Ο Λάσκαρις ήταν μια σημαντική εκκλησιαστική προσωπικότητα του β΄ μισού του 19ου αι. Γεννήθηκε σε προάστιο της Κωνσταντινούπολης, υπήρξε Αρχιμανδρίτης και αναδείχθηκε ως αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου. Υπηρέτησε ως σχολάρχης κατά τα έτη 1863-1864 στη Μεγάλη του Γένους Σχολής και τέλος εξελέγη, την ίδια χρονιά όπως και ο Γερβάσιος, Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης (1864-1869). Εποίμανε την Μητρόπολη για πέντε χρόνια. Πέθανε στην Σιάτιστα, δολοφονημένος κατά την πιο διαδεδομένη άποψη με δηλητήριο, εξαιτίας του μίσους που έτρεφαν προς αυτόν υψηλόβαθμοι Οθωμανοί αξιωματούχοι.

Μέσα από βουνά και θάλασσες: η πορεία του βιβλίου

Το βιβλίο αυτό, όπως και όλα τα βιβλία που φυλάσσονται στην Εύξεινο Λέσχη Ποντίων Νάουσας, έχει μια μακρά και περιπετειώδη πορεία, η οποία ξεκινά από την Μητρόπολη Χαλδίας, όπου βρέθηκε μετά την παραχώρησή του στον Γερβάσιο. Στην συνέχεια, μετά την κληροδότηση ολόκληρης της βιβλιοθήκης του Γερβασίου το 1902, βρέθηκε στο Φροντιστήριο Αργυρουπόλεως. Με την αναγκαστική ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923 ακολούθησε τους Αργυρουπολίτες στην πορεία τους προς την Ελλάδα. Πρώτη στάση το λιμάνι της Τραπεζούντας. Επόμενος σταθμός η Κωνσταντινούπολη. Από εκεί βρέθηκε στην Καλαμαρία της Θεσσαλονίκης στην νέα πατρίδα. Μετά την εγκατάσταση των Αργυρουπολιτών στην Νάουσα φυλάχθηκε μαζί με τα υπόλοιπα βιβλία στο παλιό Τζαμί της πόλης, όπου ιδρύεται η εδώ βιβλιοθήκη των Αργυρουπολιτών και μετά από κάποια χρόνια στο Ειρηνοδικείο της Νάουσας. Έτσι εξηγείται η στρογγυλή σφραγίδα που υπάρχει στο εσώφυλλο με την πολύ δυσδιάγνωστη επιγραφή «Ειρηνοδικείον Ναούσης»  Τα επόμενα χρόνια μεταφέρεται στην παλιά δημοτική βιβλιοθήκη της Νάουσας. Όμως, το 1949 πολλά δημόσια κτήρια της Νάουσας καταστρέφονται λόγω του Εμφυλίου, με αποτέλεσμα το βιβλίο να πάει στα υπόγεια του 5ουΔημοτικού σχολείου και από εκεί στα υπόγεια του Δημαρχείου. Για κάποιο διάστημα «φιλοξενήθηκε» στον χώρο του Λαππείου Γυμνασίου. Όταν όμως το 1964 τα υπόλοιπα βιβλία των Αργυρουπολιτών μεταφέρθηκαν στην Εύξεινο Λέσχη, η Ρητορική του Βάμβα παρέμεινε στο Λάππειο. Την δεκαετία του 1980 η βιβλιοθήκη του Λαππείου χωρίστηκε στα δύο και το ένα ήμισυ, μαζί και η Ρητορική, μεταφέρθηκε στο νεοανεγερθέν 1ο Λύκειο Νάουσας. Σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης του σχολείου εντοπίστηκε το 2015. Αποδόθηκε στον νόμιμο κάτοχό του, την Εύξεινο Λέσχη Ποντίων Νάουσας, και τοποθετήθηκε στην προθήκη της Εθνικής Βιβλιοθήκης Αργυρουπόλεως «Ο Κυριακίδης» ως η πιο πρόσφατη ανάκτηση, με τον αριθμό 973.

Πορεία του Βιβλίου
Για να δείτε την πορεία του βιβλίου κάντε κλικ εδώ.

Βιβλιογραφία

  1. Βάμβας Ν., Ρητορική εκ των ενδοξοτέρων τεχνογράφων αρχαίων και νεωτέρων, Αθήνα 1841
  2. Κουτσουπιάς, Φ. Μητροπολίτης Χαλδίας του Πόντου Γερβάσιος Σουμελίδης (1864-1905) Ο άγιος της παιδείας, Νάουσα 2005
  3. Μπάκας, Ι., «Ο μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης  Αλέξανδρος Λάσκαρις (1864-1869) και οι εναντίον του κατηγορίες», στο: Η Δυτική Μακεδονία στους χρόνους της τουρκικής κυριαρχίας με έμφαση στους Δυτικομακεδόνες απόδημους στις Βαλκανικές Χώρες (15ος αι. ως το 1912), Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, Σιάτιστα 30 Μαρτίου – 1 Απριλίου 2001, Σιάτιστα 2003, 61-71.
  4. Στοΐδης, Π., «Από την Αργυρούπολη στο Διαδίκτυο», Νιάουστα 130 (2010) 25-32
  5. Χαρίση, Α., «Ένα βιβλίο ταξιδεύει στο χρόνο», Νιάουστα 147 (2014) 42-47

 

Αναστάσιος Μπίλης
Χρήστος Παπαφιλίππου

Copyright © 2021 Εύξεινος Λέσχη Ποντίων Νάουσας. All Rights Reserved.

Αναζήτηση